ΑΡΘΡΑ & ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

A  A  A +
Πίσω
Αρτοζαχαροπλαστεία Θεσσαλονίκης: Αντιστέκονται στην ύφεση!
Αρτοζαχαροπλαστεία Θεσσαλονίκης: Αντιστέκονται στην ύφεση!

Παρά την κάμψη στον όγκο των πωλήσεων και τον περιορισμό στο περιθώριο της κερδοφορίας, τα αρτοζαχαροπλαστεία της συμπρωτεύουσας εξακολουθούν να αντιστέκονται στην οικονομική κρίση, όπως προκύπτει από σχετική έρευνα του Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου Θεσσαλονίκης. Ιδιαίτερα ανθεκτικά στην κρίση αποδεικνύονται τα αρτοζαχαροπλαστεία της συμπρωτεύουσας, σύμφωνα με τα συμπεράσματα της έρευνας που διενήργησε μεταξύ των μελών του το Βιοτεχνικό Επιμελητήριο Θεσσαλονίκης.

«Πρόκειται για έναν κλάδο που έχει δείξει πολλές φορές κατά το παρελθόν ότι μπορεί να αντεπεξέλθει σε συνθήκες οικονομικής ύφεσης, καθώς το ψωμί αναγνωρίζεται ως βασικό καταναλωτικό αγαθό, το οποίο δύσκολα απουσιάζει από το καθημερινό τραπέζι», σημειώνει η έκθεση που έδωσε στη δημοσιότητα το Βιοτεχνικό Επιμελητήριο. «Ώθηση δίνει η πώληση σνακ, όπως τα σάντουιτς και οι τυρόπιτες που τείνουν να αντικαταστήσουν το μεσημβρινό γεύμα για τους εργαζόμενους, οι περισσότεροι από τους οποίους περνούν σχεδόν ολόκληρη τη μέρα τους μακριά από το σπίτι. Μάλιστα, προκειμένου να διευρύνουν την πελατεία τους, ολοένα περισσότερα αρτοποιεία έχουν προσθέσει στις παρεχόμενες υπηρεσίες τους την προσφορά καφέ και άλλων κρύων ή ζεστών ροφημάτων, ενώ παράλληλα επιδίδονται σε μάχη τιμών προκειμένου να ανταπεξέλθουν στο εξόχως ανταγωνιστικό περιβάλλον που έχει διαμορφωθεί».

Όπως προκύπτει από το μητρώο των μελών του, από τον Ιανουάριο του 2010 ως και τον Οκτώβριο του 2014, ξεκίνησαν τη λειτουργία τους στη Θεσσαλονίκη 204 αρτοζαχαροπλαστεία και πρατήρια άρτου, ενώ διέκοψαν τις εργασίες τους 245 επιχειρήσεις, κάποιες από τις οποίες είχαν πολυετή παρουσία στον κλάδο. Οι περισσότερες, πάντως, έβαλαν λουκέτο πριν καν να συμπληρώσουν το πρώτο έτος της λειτουργίας τους. Ουσιαστικά, κατά το διάστημα 2010-2013 για κάθε ένα κατάστημα που κατέβαζε ρολά, ένα νέο έκανε την εμφάνισή του στην αγορά της Θεσσαλονίκης. Ωστόσο, η αρνητική εικόνα για τον κλάδο διαμορφώθηκε ουσιαστικά μέσα στο πρώτο δεκάμηνο του 2014, όταν έκλεισαν 47 αρτοζαχαροπλαστεία έναντι μόλις 18 που εγκαινίασαν τη δραστηριότητά τους.

Σημάδια κορεσμού

«Τα στοιχεία για το 2014 ενδεχομένως να καταδεικνύουν τον κορεσμό που αρχίζει να καταγράφεται στον συγκεκριμένο κλάδο. Δεν είναι λίγες οι περιοχές που τα αρτοποιία και δη τα πρατήρια άρτου ανοίγουν το ένα μετά το άλλο», σχολιάζει ο πρόεδρος του Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου Θεσσαλονίκης, Παναγιώτης Παπαδόπουλος. «Το ζητούμενο είναι οι επιχειρήσεις, οι οποίες ξεκινούν τη δραστηριότητά τους να έχουν συνέχεια και να μην αποτελούν πρόσκαιρη λύση ανάγκης. Ωστόσο, σε κάθε περίπτωση είναι ιδιαίτερα ευχάριστο ότι ο συγκεκριμένος κλάδος -παρά τα προβλήματα, αλλά και τις μειώσεις τζίρων που αντιμετωπίζει- εξακολουθεί να αντιστέκεται και να συγκρατεί την πελατεία του».

Η μόδα των bake-off

Στον νομό Θεσσαλονίκης λειτουργούν περί τα 700 αρτοποιεία, τα 2/3 εκ των οποίων είναι μέλη του Σωματείου Αρτοποιών Θεσσαλονίκης. Αν συνυπολογιστούν τα πρατήρια άρτου, ο αριθμός των σημείων πώλησης αρτοσκευασμάτων είναι πολύ μεγαλύτερος. «Τα παραδοσιακά αρτοποιεία είναι συνήθως οικογενειακές επιχειρήσεις. Απασχολούν έναν ή δύο εργαζόμενους, συχνά μέλη της οικογένειας. Δεν νομίζω, λοιπόν, ότι θα δούμε λουκέτα σε αυτές τις επιχειρήσεις, αλλά σε μεγαλύτερες που λειτουργούν με οικονομίες κλίμακας», σημειώνει η πρόεδρος του Σωματείου Αρτοποιών Θεσσαλονίκης, Έλσα Κουκουμέρια. «Η αγορά ψωμιού είναι ουσιαστικά απελευθερωμένη από το 2007, με αποτέλεσμα στον κλάδο μας να υπάρχει ακραίος ανταγωνισμός. Ωστόσο, ο καταναλωτής έχει άποψη, ξέρει ότι το ψωμί που πωλείται έξω από τα αρτοποιεία δεν είναι φρέσκο. Η πτώση του τζίρου των βιοτεχνικών αρτοποιείων, η οποία κατά τα τελευταία χρόνια αγγίζει ως και το 50%, δεν προέρχεται τόσο από το ψωμί όσο από προϊόντα όπως οι τυρόπιτες, τα κουλούρια κ.λπ. Εξάλλου, όποιος ανοίγει ένα μαγαζί υγειονομικού ενδιαφέροντος θέλει να πουλάει και ψωμί», τονίζει η κα Έλσα Κουκουμέρια. «Η πτώση οφείλεται στη μείωση της αγοραστικής δύναμης των καταναλωτών, αλλά και στην τάση που εκδηλώνεται σε μερίδα του κοινού που αναζητά ολοένα πιο φτηνό προϊόν. Τα βιοτεχνικά αρτοποιεία ούτε μπορούν ούτε πρέπει να μπουν σε έναν τέτοιου είδους ανταγωνισμό». 

Ρεπορτάζ: Νίκος Δελλατόλας

Από το τεύχος 179 (Νοέμβριος/Δεκέμβριος 2014) του περιοδικού Βιοτεχνική Αρτοποιία Ζαχαροπλαστική.