ΑΡΘΡΑ & ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

A  A  A +
Πίσω
GREEK SPIRIT: Γιατί οι Έλληνες αποσταγματοποιοί επενδύουν στο gin και τη vodka;
GREEK SPIRIT: Γιατί οι Έλληνες αποσταγματοποιοί επενδύουν στο gin και τη vodka;

Αξιοποιώντας την οινική αλκοόλη που παρασκευάζουν επί έναν και πλέον αιώνα, δύο ιστορικές αποσταγματοποιίες στην Πελοπόννησο λάνσαραν πρόσφατα τις δικές τους ετικέτες gin και vodka στοχεύοντας στην εγχώρια αλλά και τη διεθνή αγορά.

Η ουσία του gin βρίσκεται στα βοτανικά στοιχεία που εμπεριέχει στη σύνθεσή του και τα οποία απηχούν -σε μεγάλο βαθμό- την ενδημική χλωρίδα της περιοχής όπου βρίσκεται κάθε αποσταγματοποιείο. Στην Αγγλία -τη μήτρα του gin- ήδη από τον 18ο αιώνα κάθε κομητεία υπερηφανευόταν για το δικό της χαρμάνι από βότανα και μυρωδικά, το οποίο προσέδιδε στο τελικό απόσταγμα τον ιδιαίτερο αρωματικό χαρακτήρα του. Από τους δεκάδες διαφορετικούς τύπους gin που παρασκευάζονταν παραδοσιακά στη Γηραιά Αλβιώνα, τρεις κατόρθωσαν να επιβιώσουν μέχρι και σήμερα: το Old Tom Gin με τη γλυκιά, αλκοολική γεύση, το Plymouth Gin με το βελούδινο φρουτώδες ύφος και το London Dry Gin, το οποίο αντιπροσωπεύει πλέον το 99% της παγκόσμιας παραγωγής. Σε αντίθεση, όμως, με τη vodka -όπου τα περισσότερα brands έχουν σχεδόν την ίδια γεύση και ακριβώς το ίδιο άρωμα- κάθε gin είναι εκ των πραγμάτων διαφορετικό, παρότι  το βασικό συστατικό σε όλα τα βοτανικά blends είναι ο άρκευθος (juniper). Πρόκειται για ένα κωνοφόρο δέντρο, ευρύτατα διαδεδομένο στην Ευρώπη, ο καρπός του οποίου προσδίδει στο gin το χαρακτηριστικό άρωμα του κέδρου. Ανέκαθεν, όμως, οι καρποί των εσπεριδοειδών δέντρων, τα βότανα και τα αγριολούλουδα που ενδημούν κοντά σε κάθε αποστακτήριο ήταν τα στοιχεία που χάριζαν σε κάθε gin τη μοναδική του ταυτότητα. «Από την άποψη αυτή, φαίνεται να έχει όντως νόημα η παρασκευή ενός -τρόπον τινά- ελληνικού gin, το οποίο θα διαφοροποιείται γευστικά και αρωματικά από τα εισαγόμενα brands, δίχως όμως να προδίδει τα τυπικά οργανοληπτικά χαρακτηριστικά που διακρίνουν το gin. Το ζητούμενο για τους ποτοποιούς είναι η επίτευξη αυτής της ισορροπίας», υποστηρίζει ο mixologist Γιάννης Κοροβέσης.

Το στοίχημα της ελληνικότητας

«Τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει σημαντικά βήματα από τιις ελληνικές ποτοποιίες για τη δημιουργία εξαιρετικών αποσταγμάτων από σταφύλια ή στέμφυλα, καθώς και λικέρ που μπορούν να σταθούν με αξιώσεις σε οποιαδήποτε αγορά του εξωτερικού. Έχοντας πλέον φτάσει σε αυτό το επίπεδο, γιατί να μην επιχειρήσουμε ένα άλμα στα ευρωπαϊκού τύπου αποστάγματα όπως το gin και η vodka;», αναρωτιέται ο Γιώργος Σπηλιόπουλος. Όταν πριν από ενάμιση χρόνο λάνσαρε τη Vodka 40/41, κατέστησε σαφές ότι η ιστορική οινοπνευματοποιία που διευθύνει στην Πάτρα είναι σε θέση να ανταποκριθεί στις τεράστιες ποιοτικές προκλήσεις. «Από την ίδρυσή της, το 1895, η οικογενειακή μας επιχείρηση παράγει αιθυλική αλκοόλη, δηλαδή 100% καθαρό οινόπνευμα, το οποίο είναι η βάση για την παρασκευή κάθε premium vodka. Εδώ και δέκα χρόνια σκεφτόμουν ότι θα μπορούσαμε να αξιοποιήσουμε την εξαιρετική πρώτη ύλη αλλά και την τεράστια τεχνογνωσία που διαθέτουμε ως εταιρεία για να παρασκευάσουμε τη δική μας vodka. Πλέον, με δεδομένη τη στροφή του καταναλωτικού κοινού σε προϊόντα που παράγονται στην Ελλάδα, οι συνθήκες είναι πλέον ώριμες για να λανσάρουμε όχι μόνο τη Vodka 40 / 41 αλλά και το Bluebay Dry Gin. Αυτή τη στιγμή βρισκόμαστε στη διαδικασία ανασχεδιασμού της ετικέτας και ενδεχομένως rebranding, προκειμένου να πετύχουμε ακόμη καλύτερη τοποθέτηση στην αγορά», εξηγεί ο Γιώργος Σπηλιόπουλος. «Νομίζω πάντως ότι και τα δύο προϊόντα μας ανταποκρίνονται πλήρως στα τυπικά χαρακτηριστικά της vodka και του gin, καθώς και στη σχέση ποιότητας - τιμής».

Στην ίδια διαπίστωση κατέληξαν οι τέσσερις έμπειροι bartender που συμμετείχαν στη γευστική δοκιμή που οργάνωσε το SNACK&COFFEE στο all-day cafe-bar Noel. Η Μάρφη Μπαλή, η Δήμητρα Αντωνακοπούλου, ο Γιάννης Κοροβέσης και ο Γιάννης Νάτσης είχαν την ευκαιρία να δοκιμάσουν τη vodka και τα gin ελληνικής παραγωγής και να τα συγκρίνουν με τα αντίστοιχα προϊόντα εισαγωγής που κινούνται στο ίδιο τιμολογιακό εύρος. «Αναμφίβολα, πρόκειται για πολύ αξιόλογες -και πάνω απ’ όλα έντιμες- προσπάθειες που αναμφίβολα αξίζουν της προχοχής μας», λέει ο Γιάννης Νάτσης.

Στις φωτογραφίες: 1. Ο Γιώργος Σπηλιόπουλος εγκαινίασε πέρσι τη συλλογή των premium αποσταγμάτων ελληνικής παραγωγής με τη Vodka 40/41. 2. Συνεχίζοντας μια παράδοση 165 ετών, ο Γιώργος Καλλικούνης εξακολουθεί να επενδύει στην παραγωγή εκλεκτών αποσταγμάτων στην Καλαμάτα. 3-4. Το δημιουργικό γραφείο bob studio ανέλαβε να αποτυπώσει στοιχεία αυτής της παράδοσης στην ετικέτα ενός μοντέρνου premium dry gin διπλής απόσταξης. 5. Το bob studio αποτύπωσε στην ετικέτα του Old Sport Dry Gin την εικόνα του Γεωργίου Καλλικούνη, προπάππου του σημερινού ιδιοκτήτη της ιστορικής αποσταγματοποιίας.

Η πρόκληση της ταυτότητας

«Το μοναδικό σημείο στο οποίο υστερεί ένα gin που παρασκευάζεται στην Ελλάδα έναντι ενός brand που ήδη έχει καθιερωθεί στην παγκόσμια αγορά, είναι η φήμη», παραδέχεται ο Γιώργος Καλλικούνης, ο οποίος συνεχίζει στην Καλαμάτα την υπεραιωνόβια παράδοση που εγκαινίασε ο συνονόματος προπάππος του το 1850. Η μορφή του θρυλικού Γεωργίου Καλλικούνη πρωταγωνιστεί στην εντυπωσιακή ετικέτα του Old Sport Dry Gin που μόλις διατέθηκε στην αγορά από την ιστορική αποσταγματοποιία. 

Πίσω από αυτή τη μοναδική συσκευασία βρίσκεται το δημιουργικό γραφείο bob studio, το οποίο ήδη έχει υπογράψει το branding πολλών ελληνικών επώνυμων ειδών διατροφής. «Τα περισσότερα από τα brands που έχουμε δημιουργήσει σχετίζονται με παραδοσιακά προϊόντα  διατροφής. Ωστόσο, αποτελεί πάντοτε πρόκληση να σχεδιάζεις κάτι διαφορετικό, όπως ένα gin», εξηγεί η Αναστασία Λουρή, project manager στην εταιρεία bob studio. «Στην περίπτωση του Old Sport, η οικογένεια Καλλικούνη είχε την ιδέα να δημιουργήσει ένα νέο gin διπλής απόσταξης με κάποια ιδιαίτερα στοιχεία όπως η μαστίχα. Εμείς σκεφτήκαμε την επωνυμία και το concept που το πλαισιώνει και σχεδιάσαμε τη συσκευασία. Θέλαμε να είναι εύκολα αναγνωρίσιμο στο ράφι, να στέκεται αντάξια δίπλα σε άλλες μάρκες δίχως να φαίνεται από την πρώτη ματιά ότι είναι ελληνικό, αλλά να παραπέμπει στην Ελλάδα σε δεύτερο επίπεδο.

Επιλέξαμε μια φράση της αμερικανικής αργκό (παλιόφιλος) που χρησιμοποίησε ο Scott Fitzgerald στο βιβλίο του, Ο Μεγάλος Γκάτσμπι τη δεκαετία του 1920, τη χρυσή εποχή του gin. Ακολουθώντας αυτό το concept σχεδιάσαμε μία εμβληματική ανδρική φιγούρα που παραπέμπει σε έναν σοφιστικέ, έμπειρο, πολυταξιδεμένο τύπο, ο οποίος έχει πάντοτε να πει μια ιστορία και σε προκαλεί να βασιστείς πάνω του, σαν τον παλιόφιλό σου. Σε δεύτερο επίπεδο, αποτυπώσαμε στην ετικέτα βοτανικά στοιχεία μαζί με τη φωτογραφία του ιδρυτή τής αποσταγματοποιίας», σημειώνει η Αναστασία Λουρή.

Η άνθηση των cocktail

«Αναμφίβολα, η εικόνα παίζει σημαντικό ρόλο στην επιλογή ενός προϊόντος, καθώς σε προϊδεάζει θετικά. Ωστόσο, το ουσιαστικό κριτήριο για κάθε επαναλαμβανόμενη αγορά είναι αυτή κάθε αυτή η ποιότητα. Τα ελληνικά gin και η vodka που δοκιμάσαμε θα μπορούσαν να  βρουν τη θέση τους σε ένα bar. Διαθέτουν τυπικότητα και χαρακτήρα και σίγουρα μπορούν να δουλευτούν σε cocktail. Από ‘κει και πέρα, βέβαια, εξαρτάται ποιες επιλογές κάνει κάθε επιχειρηματίας για να χτίσει την ταυτότητα του μαγαζιού του: ποιο είναι το concept του, σε ποιους απευθύνεται κ.ο.κ.», εξηγεί η Μάρφη Μπαλή. 

Για την Δήμητρα Αντωνακοπούλου, το μέλλον των ελληνικών αποσταγμάτων συνδέεται άμεσα με την άνθηση που γνωρίζουν τα τελευταία χρόνια τα cocktail: «Τόσο η vodka όσο και τα gin που παράγονται στην Ελλάδα μπορούν να αξιοποιηθούν σχεδόν σε όλες τις κλασικές παρασκευές. Κυρίως, όμως, μπορούν να αποτελέσουν πηγή έμπνευσης και βάση για κάποιες πρωτότυπες παρασκευές που θα αποπνέουν -σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό- ένα ελληνικό άρωμα».

 THE CLUMSIES:  Εμπνεύστηκαν ένα gin, μόνο για τους πελάτες τους

Παρότι άνοιξε πριν από μερικούς μήνες, το bar The Clumsies ήδη έχει γίνει σημείο αναφοράς στην αθηναϊκή σκηνή. «Στόχος μας είναι να κατακτήσουμε μια θέση στη λίστα με τα 50 κορυφαία bar στον κόσμο. Για να συμβεί αυτό, πρέπει να επενδύουμε διαρκώς στη διαφοροποίηση. Γι’ αυτό αποφασίσαμε να δημιουργήσουμε ένα own label Old Tom Gin διπλής απόσταξης, με εννέα βοτανικά στοιχεία, το οποίο χρησιμοποιούμε κατ’ αποκλειστικότητα», εξηγεί ο συνιδιοκτήτης του Clumsies, Λευτέρης Γεωργόπουλος. «Οι bartender Νίκος Μπάκουλης και Βασίλης Κυρίτσης εμπνεύστηκαν τη σύνθεση του gin, το οποίο παρασκευάστηκε από την Αποσταγματοποιία Καλλικούνη, ενώ η Ελένη Σακαλή σχεδίασε την ετικέτα που παραπέμπει στη χαρακτηριστική εσωτερική σκάλα του καταστήματος».

 Τα συμπεράσματα της δοκιμής

1. VODKA 40 / 41 -  Β. Γ. Σπηλιόπουλος
37,5%vol. / 750ml

Διαυγής, κρυστάλλινη όψη. Βανιλάτη μύτη, με μέσης έντασης αρώματα εσπεριδοειδών φρούτων (περγαμόντο, κίτρο, νεράντζι). Σώμα μεσαίου όγκου με καλά ενσωματωμένο αλκοόλ. Λιπαρό, off-dry στόμα, με διακριτική γλυκύτητα. Ευχάριστη, βανιλάτη, μακριά επίγευση.

2. OLD SPORT DRY GIN -Ν. Γ. ΚΑΛΛΙΚΟΥΝΗΣ

40%vol. / 750ml

Κρυστάλλινη όψη. Βοτανική μύτη, με μεγάλης έντασης αρώματα κέδρου, κάρδαμου, κόλιαντρου και χαμομηλιού, με διακριτικές νότες μαστίχας. Αρκετά γεμάτο σώμα, με άψογα ενσωματωμένο αλκοόλ. Ελαφρώς γλυκό στόμα, με διακριτικική παρουσία μαστίχας. Μακριά αλκοολική επίγευση.

3. BLUBAY DRY GIN - Β. Γ. Σπηλιόπουλος
37,5%vol. / 750ml

Διαυγής όψη. Βοτανική μύτη, με μέσης έντασης αρώματα κέδρου, εσπεριδοειδών φρούτων (νεράντζι) και κάρδαμου, σε ελαφρώς γλυκό υπόβαθρο. Σώμα μεσαίου όγκου, με διακριτικό αλκοόλ. Ελαφρώς πικρό στόμα, με αρώματα κάρδαμου που ενισχύονται στο τελείωμα.

4. THE CLUMSIES OLD TOM GIN - Limited edition by Finest Roots  αποκλειστικά για το bar The Clumsies/ Αποσταγματοποιία Καλλικούνη 

40%vol. / 500ml

Κρυστάλλινη, διαυγής όψη. Εξαιρετικά πολύπλοκη μύτη, με μπαχαρώδη χαρακτήρα. Μέσης έντασης και διάρκειας αρώματα κάρδαμου, κανέλας, μοσχοκάρυδου, τζίντζερ και κέδρου με νότες λεβάντας, σε γλυκό  αλκοολικό υπόβαθρο. Σταδιακά, αποκαλύπτονται έντονα αρώματα εσπεριδοειδών (λεμόνι, φλούδες λεμονιού), με νότες μαστίχας. Γεμάτο σώμα, με άψογα ενσωματωμένο αλκοόλ. Λεμονάτο, δροσερό στόμα που αποπνέει φρεσκάδα. Μεγάλης έντασης και διάρκειας αρώματα εσπεριδοειδών, με διακριτική γλυκύτητα και νύξεις φίνου ταμπάκο. Μακριά, αλκοολική επίγευση με ελαφρώς πικρό τελείωμα. Ένα μοντέρνο Old Tom, με μεγάλη πολυπλοκότητα και φινέτσα. Ιδανικό εργαλείο για δροσερά αρωματικά cocktail. 

Κείμενο: Νίκος Δελλατόλας

Ρεπορτάζ: Αλεξάνδρα Παπαδημητρίου

Δοκίμασαν οι bartender: Μόρφη Μπαλή, Δήμητρα Αντωνακοπούλου, Γιάννης Κοροβέσης και Γιάννης Νάτσης.

Από το τεύχος 60 (Μάιος/Ιούνιος 2015) του περιοδικού Snack and Coffee.